ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΟΥΣ 52.328,84 ΕΥΡΩ - ΔΙΑΣΩΣΗ Α' ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ
Νομική Προστασία κατά τραπεζών

ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΧΡΕΟΥΣ 52.328,84 ΕΥΡΩ – ΔΙΑΣΩΣΗ Α’ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ

Διαγραφή χρέους 52.328,84 ευρώ σε 48χρονη χήρα μητέρα μίας ενήλικης θυγατέρας. Διάσωση της πρώτης κατοικίας στα Καμίνια του Πειραιά με ορισμό καταβολών ύψους 147 ευρώ κάθε μήνα για 20 έτη.

Συγκεκριμένα, το Ειρηνοδικείο Πειραιά με την με αριθμ. 694/2018 απόφασή του έκρινε τα κάτωθι: Η αιτούσα γεννήθηκε το 1970. Ο συζυγός της απεβίωσε …./2017, ο οποίος ήταν συνοφειλέτης στα δύο στεγαστικά δάνεια, ενώ άφησε πλησιέστερους συγγενείς κατά τον χρόνο του θανάτου του την αιτούσα συζυγό του και τη θυγατέρα τους, ηλικίας σήμερα 18 ετών. Στις 9.5.18 δημοσιεύθηκε η …. /2016 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος, με την οποία εγκατέστησε γενική κληρονόμό του στην κινητή και ακίνητη περιουσία του τη σύζυγό του – αιτούσα. Η αιτούσα δεν υπέβαλε στο αρμόδιο Ειρηνοδικείο δήλωση αποποίησης της κληρονομίας του αποβιώσαντος και συνεπώς υπεισήλθε ως κληρονόμος τόσο στο ενεργητικό όσο και στο παθητικό της περιουσίας αυτής. Ο σύζυγος της αιτούσας εργαζόταν μέχρι την απόλυσή του στις 6.9.2013 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού δικαίου ως υπάλληλος σε ιδιωτική επιχείρηση με μικτές αποδοχές 644 περίπου ευρώ το μήνα. Η αιτούσα εργάζεται από τις 3.11 08 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου ως υπάλληλος σε ιδιωτική επιχείρηση και οι καθαρές αποδοχές της ανέρχονται κατά τον χρόνο της συζήτησης της παρούσης στο ποσόν των 750 ευρώ περίπου. Η θυγατέρα της αιτούσης είναι φοιτήτρια σε ιδιωτικό ΙΕΚ και η αιτούσα καταβάλλει ως δίδακτρα κάθε μήνα το ποσόν των 175 ευρώ.

Η αιτούσα έχει δυνάμει του με αριθμ. …….. /2004 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Πειραιά Α.Χ. την πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας – διαμερίσματος του πρώτου υπερ το ισόγειον ορόφου μίας οικοδομής χτισμένης επί οικοπέδου κείμενου στη θέση «ΒΑΡΗ» της περιφέρειας του Δήμου Πειραιά εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως αυτής και επί της οδού Μ…….Η επιφάνεια του διαμερίσματος ανέρχεται σε 102,30 τμ και οικοδομήθηκε το 1977. Η αιτούσα μετά το θάνατο του συζύγου της ο οποίος ήταν συγκύριος της ανωτέρω οικίας οικίας κατέστη κληρονόμος σύμφωνα με την προαναφερόμενη διαθήκη του ετέρου 50% εξ αδιαιρέτου της οικίας αυτής. Η αντικειμενική αξίας της οικίας αυτής ανέρχεται στο ποσόν των 44.083,12 ευρώ.
Η αιτούσα οφείλει στην ΑΛΦΑ ΒΑΝΚ δυνάμει της με αριθμ 125…… σύμβασης στεγαστικού δανείου το ποσόν των 35.791,02 ευρώ, β) δυνάμει της με αριθμ. 125…… σύμβασης στεγαστικού δανείου το ποσόν των 33.763,82 ευρώ. Τα ανωτέρω δάνεια η αιτούσα έλαβε από την ως άνω πιστώτρια από κοινού με τον αποβιώσαντα σύζυγό της και οι απαιτήσεις αυτές είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της κυρίας κατοικίας της αιτούσης. Για την εξυπηρέτηση των οφειλών αυτών η αιτούσα έπρεπε να πληρώνει το ποσόν των 374,3 ευρώ μηνιαίως.
Τέλος, η αιτούσα οφείλει με την ιδιότητα της κληρονόμου των οφειλων του συζύγου της δυνάμει της με αριθμ. 199….. πιστωτικής κάρτας το ποσόν των 2.719,31 ευρώ, ενώ για την εξυπηρέτηση της οφειλής αυτής η αιτούσα έπρεπε να πληρώνει το ποσόν των 46,70 ευρώ το μήνα.


Η αιτούσα οφείλει στην τράπεζα Ε….. δυνάμει της με αριθμ. 65…..σύμβασης στεγατσικού δανείου το ποσόν των 15.320,72 ευρώ. Για την εξυπηρέτηση της οφειλής αυτής, η οποία είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένη με εγγραφή προσημείωσης υποθήκης επί της ως άνω κύριας κατοικίας της αιτούσης, ενώ η αιτούσα έπρεπε να πληρώνει για την οφειλή αυτή το ποσόν των 161,40 ευρώ μηνιαίως. Όσον αφορά την εισοδηματική κατάσταση της αιτούσης κατά τα παρελθόντα έτη: το ετήσιο εισόδημα της αιτούσης και του συζύγου της ανήλθε α) για το οικονομικό έτος 2005 στο ποσόν των 5.612 ευρώ και 10.887,09 αντίστοιχα, β) το οικ. έτος 2007 στο ποσόν των 1.929,34 ευρώ και 11.921,91 ευρώ αντίστοιχα, γ) το οικ. έτος 2008 στο ποσό των 3.232,19 ευρώ και 12.710,77 ευρώ αντίστοιχα, γ)το οικ. έτος 2009 στο ποσόν των 1.720,03 ευρώ και 12.799,26 ευρώ αντίστοιχα, δ) το οικ. έτος 2010 στο ποσόν των 5.286,02 ευρώ και 10.658,21 ευρώ, αντίστοιχα και ε) το οικ. έτος 2011 στο ποσόν των 5.427,26 ευρώ και 14.064,50 ευρώ αντίστοιχα. Ακολούθως, το ετήσιο εισόδημά της το οικ. έτος 2012 ανήλθε στο ποσόν των 5.623,04 ευρώ και το εισόδημα του συζύγου της ανήλθε στο ποσόν των 14.161,14 ευρώ. Το ετήσιο εισόδημά της το οικ. έτος 2013 ανήλθε στο ποσόν των 6.701,90 ευρώ και το εισόδημα του συζύγου της αιτούσης ανήλθε στο ποσόν των 5.362,52 ευρώ. Το ετήσιο εισόδημα της αιτούσης το οικ. έτος 2014 ανήλθε στο ποσόν των 10.905,46 ευρώ και το εισόδημα του συζύγου της ανήλθε στο ποσόν των 5.226,49 ευρώ.
Τέλος, το ετήσιο εισόδημα της αιτούσης τα φορολογικά έτη 2014, 2016 και 2017 ανήλθε στο ποσόν των 11.059,42 ευρώ ,11.076,81 ευρώ και 11.050,87 ευρώ αντίστοιχα. Οι ανωτέρω οφειλές της δεν προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε από δόλο, ούτε εμπίπτουν στις λοιπές περιπτώσεις της περίπτωσης β της ίδιας παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3869/10, αναλήφθηκαν δε σε χρόνο προγενέστερο της υποβολής της αιτήσεως.


Η αιτούσα λόγω της ραγδαίας μείωσης των εισοδημάτων της δεν δύναται να ανταποκριθεί στην εξυπηρέτηση των οφειλών της για τις οποίες έπρεπε να πληρώνει το ποσόν των 582 ευρώ περίπου μηνιαίως. Η ως άνω αρνητική σχέση μεταξύ της ρευστότητος της αιτούσης και των οφειλών της κατά την τρέχουσα χρονική περίοδο δεν αναμένεται να βελτιωθεί καθόσον λόγω της αρνητικής οικονομικής συγκυρίας δεν αναμένεται αύξηση των εισοδημάτων της, ενώ παράλληλα οι δανειακές της οφειλές επιβαρύνονται συνεχώς με τόκους υπερημερίας. Συνεπώς, συντρέχει στην περίπτωση αυτή της αιτούσης μη οφειλομένη σε δόλο της, μόνιμη και διαρκής αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της.


Η αδυναμία αυτή της αιτούσης δεν οφείλεται σε δόλο, όπως προβάλλουν οι καθ ών, σύμφωνα με τις οποίες η αιτούσα προέβη σε αλόγιστο και υπέρμετρο δανεισμό παρότι γνώριζε εξ αρχής την αδυναμία της να εξοφλήσει τα δάνεια με βάση την οικονομική της δυνατότητα και ουδέποτε είχε την πρόθεση ή την δυνατότητα να εξυπηρετήσει τις οφειλές της. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι η αιτούσα επιδίωκε την αδυναμία ή προέβλεψε ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν μετέβαλλε συμπεριφορά αποδεχόμενη το αποτέλεσμα αυτό.


Ειδικότερα, η αιτούσα κατά τον χρόνο ανάληψης του κυρίου όγκου των οφειλών της (ήτοι το έτος 2004) και μέχρι και το έτος 2013 είχε επαρκή ετήσια οικογενειακά εισοδήματα για την εξυπηρέτηση αυτών καταβάλλοντας το ποσόν των 582 ευρώ περίπου το μήνα. Ίδετε το οικ. έτος 2005 το εισόδημα της αιτούσης ανερχόταν στο ποσόν των 5.612 ευρώ και το εισόδημα του συζύγου της στο ποσόν των 10.887,09 ευρώ αντίστοιχα, ήτοι συνολικώς στο ποσόν των 1.374 ευρώ μηνιαίως. Η αιτούσα δεν μπορούσε να προβλέψει τη μεταγενέστερη της λήψεως των δανείων ραγδαία πτώση των εισοδημάτων της, το θάνατο του συζύγου της και τη συνακόλουθη αδυναμία της να εξυπηρετήσει τις οφειλές της. Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι η αιτούσα προέβαινε σε συγκεκριμένες ενέργειες ή παραλείψεις πχ. δανειζόταν περαιτέρω ασύστολα προκειμένου να ζήσει πολυτελή ζωή, διέθετε περιουσιακά στοιχεία κλπ. προκαλώντας σκοπίμως μείωση του ενεργητικού της περιουσίας της και αύξηση του παθητικού αυτής αν και είχε ήδη κατά τα λοιπά προβλέψει την αδυναμία της να εξυπηρετήσει τους πιστωτές της και αδιαφόρησε για το ενδεχόμενο αυτό. Κατόπιν των ανωτέρω η ένσταση αυτή δέον όπως απορριφθεί ως αβάσιμη.
Η δεύτερη των καθ ών η αίτηση μετέχουσα πιστώτρια, προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της αιτούσης. Η πιστώτρια ισχυρίζεται ότι η αιτούσα ζητά να καταβάλει με το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της χαμηλές μηνιαίες δόσεις, ήτοι στην πραγματικότητα ζητεί την απαλλαγή της από τις οφειλές της . Η ένσταση αυτή της ως άνω πιστώτριας κρίνεται απορριπτέα, αφού τα ανωτέρω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά προβάλλονται αορίστως ενώ και αληθή υποτιθέμενα δεν θεμελιώνουν την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση. Το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών καθορίζεται κατά την ελεύθερη κρίση του οφειλέτη, χωρίς κάποιο περιορισμό, αρκεί να είναι επαρκώς προσδιορισμένο ώστε να μπορεί να προκαλέσει τη συναίνεση των πιστωτών και τη σύναψη δικαστικού συμβιβασμού. Απαιτείται βέβαια από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ν. 3869/10 ο οφειλέτης κατά τη σύνταξη του σχεδίου να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τα συμφέροντα των πιστωτών και την περιουσιακή και προσωπική του κατάσταση. Όμως δεν προβλέπεται δικαστικός έλεγχος του περιεχομένου του σχεδίου, και ούτε κατά συνέπεια απαράδεκτο του δικογράφου. Εναπόκειται δε στους πιστωτές να αποδεχθούν ή να απορρίψουν το σχέδιο, οπότε ακολουθεί η ρυθμιστική παρέμβαση του δικαστηρίου, το οποίο ερευνά αυτεπάγγελτα τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη καθώς και τη δυνατότητα εξόφλησης των χρεών του με βάση και τις προσωπικές και οικογενειακές του ανάγκες και καθορίζει το καταβλητέο μηνιαό ποσό, χωρίς να δεσμεύεται από την πρόταση του οφειλέτη. Ενόψει των προελεχθέντων, το παραπάνω περιεχόμενο του σχεδίου διευθέτησης δεν καθιστά καταχρηστική την αίτηση ώστε να οδηγήσει για το λόγο αυτό στην απόρριψή της.


Στην κρινόμενη υπόθεση συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις, οι οποίες συνίστανται στο ανεπαρκές οικογενειακό εισόδημα που διαθέτει η αιτούσα για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοτικών της αναγκών. Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω και κατ εφαρμογή του άρ. 8 παρ. 5 του ν. 3869/10 το Δικαστήριο θα πρέπει να ορίσει απευθείας μικρές μηνιαίες καταβολές ύψους 50 ευρώ το μήνα, ενώ δεν προβαίνει σε ορισμό νέας δικασίμου για τον προσδιορισμό εκ νέου των μηνιαίων καταβολών, διότι με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα , κρίνει ότι δεν πρόκειται να βελτιωθεί άμεσα το εισόδημα της αιτούσης. Οι καταβολές αυτές θα διενεργούνται συμμέτρως προς τις καθ ών η αίτηση και για χρονικό διάστημα τριών ετών από τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης. Το ανωτέρω ποσό θα καταβάλλεται το τελευταίο τριήμερο εκάστου μήνα με έναρξη το μήνα δημοσίευσης της παρούσης.


Όπως προαναφέρθηκε η αιτούσα διαμένει σε οικία κείμενη στη θέση «ΒΑΡΗ» της περιφέρειας του Δήμου Πειραιά εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως αυτής και επί της οδού ….. Η συνολική αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας της ανέρχεται στο ποσόν των 44.083,12 ευρώ. Για το ως άνω ακίνητο η αιτούσα υποβάλλει αίτημα υπαγωγής του στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του αρ. 9 παρ. 2 του ν. 3869/10 ρύθμιση για εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας. Η ως άνω συνολική αντικειμενική αξία της ως άνω κατοικίας δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από το νόμο όριο του αφορολόγητου ποσού για την απόκτηση κύριας κατοικίας για χήρα φορολογούμενη μητέρα ενός τέκνου και συντρέχουν επομένως στο πρόσωπο της αιτούσης οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 του ως άνω νόμου. Στα πλαίσια λοιπόν της ρύθμισης αυτής , θα πρέπει να ορισθούν μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας της, συνολικού ποσού ίσου με το 80% της αντικειμενικής της αξίας , το οποίο αποτελεί και το υποχρεωτικό κατά την άποψη του παρόντος Δικαστηρίου νομοθετικό όριο της επιβάρυνσης του οφειλετη για την εξαίρεση της κατοικίας από την εκποίηση. Εν προκειμένω, το 8& της αντικειμενικής αξίας της οικίας της αντιστοιχεί στο ποσόν των 35.266 ευρώ (44.083,12 χ 80%) , οπότε θα καταβληθεί το ποσόν των 35.266 ευρώ στο οποίο εξαντλείται η υποχρέωση της αιτούσης. Όσον αφορά το χρόνο της αποπληρωμής του ποσού αυτού, θα πρέπει να ορισθεί σε 20 χρόνια, λαμβανομένων υπόψη του ύψους του χρέους που πρέπει να πληρώσει η αιτούσα για τη διάσωση της κατοικίας της, της οικονομικής της δυνατότητας και της ηλικίας της. Το ποσόν κάθε μηνιαίας δόσης ανέρχεται στο ποσόν των 147 ευρώ, δηλ. δια 240 μήνες, και θα κατανέμεται σύμμετρα προς τις καθών η αίτηση. Παράλληλα θα πρέπει να της χορηγηθεί περίοδος χάριτος τριών ετών ώστε να καταφέρει να φανεί συνεπης στις υποχρεώσεις της.


Η καταβολή των δόσεων για τη διάσωση της κατοικίας της θα ξεκινήσει την 1η ημέρα του πρώτου μήνα τρία έτη μετά την έκδοση της παρούσης απόφασης και θα έχει διάρκεια 20 έτη (144 δόσεις) και θα γίνει χωρίς ανατοκισμό με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με το κυμαινόμενο επιτόκιο, που ιασχύει κατά τον χρόνο της αποπληρωμής, σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος αναπροσαρμοζόμενο με το επιτόκιο αναφοράς αυτό των πράξεωνΚύριας Αναχρηματοδότησης της ΕΚΤ..

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ