ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ 2.200 ΕΥΡΩ ΣΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΤΡΙΑ ΑΝΗΛΙΚΑ ΤΕΚΝΑ ΤΗΣ
Διατροφή ανηλίκων, Οικογενειακό δίκαιο

ΕΠΙΔΙΚΑΣΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ 2.200 ΕΥΡΩ ΣΤΗ ΜΗΤΕΡΑ ΚΑΙ ΣΤΑ ΤΡΙΑ ΑΝΗΛΙΚΑ ΤΕΚΝΑ ΤΗΣ

Στην υπ’ αριθμ. 1197/2019 Απόφαση Ασφαλιστικών Μέτρων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων μαρτύρων, των εγγράφων που προσκομίσθηκαν, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής πιθανολογήθηκαν τα εξής: Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο πολιτικό γάμο στις 05.04.2006 που εν συνεχεία ιερολογήθηκε στις 20.05.2007, από τον οποίο γάμο απέκτησαν τρία ανήλικα τέκνα, ηλικιών 10, 8 και 2 ετών περίπου αντίστοιχα. Η έγγαμη σχέση των διαδίκων αντιμετώπισε διάφορες δυσκολίες που οφείλονταν στον άστατο χαρακτήρα του καθ’ ου, που αναζητούσε παράλληλα εφήμερες εξωσυζυγικές σχέσεις. Ειδικότερα πιθανολογήθηκε ότι παρά το γεγονός ότι υποστήριζε πάντοτε οικονομικά την οικογένειά του και φρόντιζε να τους παρέχει πολυτελείς διακοπές και ενδύματα και εν γένει να διάγουν μια άνετη ζωή, καθώς αποκόμιζε σημαντικά έσοδα από την εργασία του ως πλοίαρχος, παράλληλα επιθυμούσε να διάγει ο ίδιος ελεύθερο βίο. Η δε αιτούσα μη θέλοντας να διαλυθεί ο γάμος τους λόγω των τέκνων τους, επεδείκνυε υπομονή και υποχωρητικότητα, ενώ στα πλαίσια αντιμετώπισης της τελευταίας κρίσης της σχέσης τους πρότεινε στον καθ’ ου να επισκεφθούν ειδική σύμβουλο γάμου, γεγονός στο οποίο συμφώνησε. Πράγματι άρχισαν να επισκέπτονται ιδιωτική ψυχολόγο και ενώ η αιτούσα πίστευε πως η σχέση τους θα βελτιωνόταν, ο καθ’ ου της δήλωσε τον Ιανουάριο του 2019 από τηλεφώνου και ενόσω απουσίαζε για επαγγελματικούς λόγους, ότι δεν αντέχει πλέον τις οικογενειακές υποχρεώσεις και δεσμεύσεις. Όταν δε ξεμπάρκαρε τον Μάρτιο του 2019, δεν επέστρεψε στην οικογενειακή στέγη, αλλά σε άλλη οικία που είχε φροντίσει να μισθώσει εκφράζοντας έτσι σαφώς την πρόθεσή του για οριστική διακοπή της έγγαμης συμβίωσής του με την αιτούσα, καθόσον ως πιθανολογήθηκε ο καθ’ ου προ της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και της αποχώρησής του από την οικογενειακή στέγη συνήψε νέα εξωσυζυγική σχέση με την ιδιωτική ως άνω ψυχολόγο, προς μεγάλη έκπληξη της αιτούσας. Το ως άνω γεγονός επιβεβαιώνεται και από την μάρτυρα της αιτούσας, που αναφέρθηκε με λεπτομέρειες στην σχέση του καθ’ ου με την ως άνω ψυχολόγο, που έχει πλέον καταστεί γνωστή στην περιοχή όπου διαμένουν, ενώ δεν αντικρούεται από τον καθ’ ου.

Η ως άνω συμπεριφορά του καθ’ ου, που οδήγησε σε διάσταση από αποκλειστική υπαιτιότητά του, καθώς η ως άνω συμπεριφορά του, που ήταν αντίθετη σε εκδηλώσεις πίστης, αγάπης και αφοσίωσης, μέσω των οποίων εκφράζεται η εσωτερική διάθεση για έγγαμη συμβίωση, είχε ως αποτέλεσμα να αδυνατεί η αιτούσα να αντιμετωπίσει τις ανάγκες διατροφής της από δικά της εισοδήματα, καθώς δεν εργάζεται ούτε διαθέτει προσοδοφόρα περιουσία.

Κατ’ ακολουθία η αιτούσα διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή της με τον καθ’ ου από εύλογη αιτία και για το λόγο αυτό δικαιούται πλήρους διατροφής σε χρήμα, το ύψος της οποίας προσδιορίζεται σύμφωνα με τις ανάγκες της όπως είχαν διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης των διαδίκων, συνεκτιμωμένων και των διαφοροποιήσεων που προκλήθηκαν από τη χωριστή διαβίωσή της υπό την προϋπόθεση όμως ότι από τις εκατέρωθεν οικονομικές δυνάμεις των διαδίκων και τον συσχετισμό των οφειλομένων εκατέρωθεν συμβολών προκύπτει διαφορά υπέρ της αιτούσας.

Περαιτέρω πιθανολογήθηκε ότι ο καθ’ ου εργάζεται ως πρώτος πλοίαρχος, πραγματοποιώντας υπερατλαντικά ταξίδια διάρκειας 6 περίπου μηνών, με μηνιαίες καθαρές αποδοχές ύψους 12.000 με 13.000 ευρώ. Ενόψει δε του ότι δεν εργάζεται καθόλη τη διάρκεια του έτους λόγω της φύσεως της εργασίας του, τα έσοδά του ανάγονται σε 6.250 ευρώ περίπου κατά μέσο όρο το μήνα. Άλλα έσοδα ή ακίνητη περιουσία δεν πιθανολογήθηκε ότι διαθέτει. Διαμένει σε μισθωμένη οικία έναντι μισθώματος 250 ευρώ και πέραν της ως άνω δαπάνης επιβαρύνεται και με τα λειτουργικά έξοδα της οικίας αυτής. Διαθέτει επίσης ένα ΙΧΕ όχημα Daimler Cherokee, την χρήση του οποίου έχει παραχωρήσει στην αιτούσα για τις μετακινήσεις των τέκνων τους, ενώ ο ίδιος προέβη στην αγορά μεταχειρισμένου οχήματος Mazda έναντι 4.500 ευρώ. Από την άλλη πλευρά η αιτούσα ηλικίας 38 ετών περίπου, από τη σύναψη του γάμου τους έπαυσε να εργάζεται κατόπιν συμφωνίας με τον εν διαστάσει σύζυγό της και εν συνεχεία αφοσιώθηκε στην ανατροφή των τέκνων της. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης συμμετείχε στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών με την προσωπική της εργασία στο σπίτι. Προ της έγγαμης συμβίωσης εργαζόταν σε ζαχαροπλαστείο, ενώ δεν έχει αποφοιτήσει από κάποιο πανεπιστήμιο ή σχολή και παρόλο που γνωρίζει τρεις ξένες γλώσσες δεν διαθέτει τίτλους επάρκειας διδασκαλίας. Επιπλέον, η ανατροφή τριών τέκνων εκ των οποίων το μικρότερο είναι μόλις 2 ετών, δεν της επιτρέπει να ανεύρει εργασία. Επίσης, δεν προέκυψε ότι δύναται να συνεπικουρείται στην πολύωρη και σε μόνιμη βάση φύλαξη των τριών ανηλίκων από συγγενικό της πρόσωπο. Περαιτέρω η αιτούσα διαθέτει στην αποκλειστική της κυριότητα μια διώροφη μονοκατοικία, επιφανείας 152 τ.μ., που αποτελούσε και την οικογενειακή τους στέγη, στην οποία διαμένει με τα ανήλικα τέκνα της. Η ως άνω μονοκατοικία επισκευάστηκε και αποπερατώθηκε κατόπιν λήψης δανείου ύψους 163.000 ευρώ περίπου, με συνέπεια να επιβαρύνεται με την μηνιαία αποπληρωμή των δόσεων αυτού, που κατόπιν ρυθμίσεως με την τράπεζα μειώθηκαν στο ποσό των 350 ευρώ.

Η αιτούσα παρέχει στα ανήλικα τέκνα τις συνδεόμενες με τη συνοίκηση προσωπικές φροντίδες και υπηρεσίες της που είναι αποτιμητές σε χρήμα. Οι διατροφικές ανάγκες λοιπόν της αιτούσας (σίτιση, ένδυση, υπόδηση, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ψυχαγωγία, δαπάνες λειτουργικών εξόδων) κατά τον επίδικο χρόνο ανέρχονται στο ποσό των 900 ευρώ. Εφόσον ο καθ’ ου κατά τη διάρκεια της συμβίωσης όφειλε τη μεγαλύτερη συνεισφορά είναι υπόχρεος σε χρηματική διατροφή της αιτούσας.

Ακολούθως πιθανολογήθηκε ότι τα ανήλικα τέκνα, από τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης των γονέων τους, διαμένουν με την μητέρα τους που ασκεί εν τοις πράγμασι την επιμέλεια αυτών. Έχουν αναπτύξει στενό συναισθηματικό δεσμό με εκείνη, η οποία τα περιβάλλει με αγάπη, στοργή και φροντίζει για την καλή ανατροφή τους, την μόρφωση και την υγεία τους. Το αληθινό συμφέρον των τέκνων, επιβάλλει να ανατεθεί η επιμέλεια του προσώπου τους στην αιτούσα μητέρα τους, η οποία ανταποκρίνεται με επάρκεια στα γονεϊκά της καθήκοντα, γεγονός που συνομολογείται και από τον καθ’ ου. Περαιτέρω τα ανήλικα στερούνται εισοδημάτων. Τα δυο εκ των τριών τέκνα  φοιτούν σε δημόσιο δημοτικό σχολείο και για την μελέτη τους έχει προσληφθεί παιδαγωγός, με συνέπεια να απαιτείται το ποσό των 200 ευρώ. Πιθανολογείται, μάλιστα, αναγκαία η πρόσληψη παιδαγωγού, διότι η αιτούσα δεν δύναται να ανταποκριθεί στη μελέτη δυο παιδιών και παράλληλα να επιβλέπει το τρίτο, ηλικίας 2 ετών. Επιπλέον, κρίνεται αναγκαία και η παρακολούθηση μαθημάτων αγγλικής γλώσσας, όπου τα μηνιαία δίδακτρα πιθανολογούνται στο ποσό στο ποσό των 100 ευρώ και για τα δυο ανήλικα. Επιπλέον, και αναφορικά με το μεσαίο τέκνο πιθανολογήθηκε ότι πάσχει από διαλείπουσα δεξιά εσωτροπία και υπερτροπία, καταστολή δεξιού οφθαλμού, απουσία στερεοσκοπικής αντίληψης και οφθαλμοκινητική ανωριμότητα με συνέπεια να απαιτείται η πραγματοποίηση 30 συνεδριών στα πλαίσια εργοθεραπείας, το κόστος της οποίας πιθανολογείται ότι θα ανέλθει στα 1.500 ευρώ.

Συνεπώς, το Δικαστήριο εκτιμώντας τα ως άνω πραγματικά περιστατικά ανέθεσε προσωρινά την επιμέλεια των τέκνων στην αιτούσα μητέρα τους, υποχρέωσε τον καθ’ ου να προκαταβάλλει στην αιτούσα μητέρα εντός του πρώτου πενθημέρου κάθε μήνα, από την επομένη της επίδοσης της αίτησης με νόμιμο τόκο, μηνιαία διατροφή: α) για την ίδια ατομικά 800 ευρώ και β) ως ασκούσα την επιμέλεια των τέκνων της, 450 ευρώ για το μεγαλύτερο τέκνο, 600 ευρώ για το μεσαίο τέκνο και 350 ευρώ για το μικρότερο.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ