home protection
Νομική Προστασία κατά τραπεζών, Νόμος Κατσέλη

ΕΝΤΑΞΗ ΣΤΟ ΝΟΜΟ ΚΑΤΣΕΛΗ ΔΑΝΕΙΟΛΗΠΤΗ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗ ΣΥΝΕΡΓΕΙΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ-ΕΞΑΙΡΕΣΗ ΑΠΟ ΕΚΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΤΟΥ

ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 463/2019 ΑΠΟΦΑΣΗ (Ν. 3869/2010) ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα, τα διδάγματα της κοινής πείρας και από την εν γένει διαδικασία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:

Ο αιτών, ηλικίας 46 ετών, στερείται πτωχευτικής ικανότητας, διατηρεί από 7-2-2011 μικρή επιχείρηση συνεργείου αυτοκινήτων (το κατάστημα το οποίο μισθώνει με 500 το μήνα) όπου εργάζεται μόνος του. Είναι δηλαδή μικρέμπορος, ήτοι το όποιο κέρδος των εμπορικών πράξεών του αποτελεί περισσότερο αμοιβή του σωματικού του κόπου και όχι προϊόν κερδοσκοπικών συνδυασμών, όπως έκρινε ο Άρειος Πάγος με την υπ’ αριθμ. 945/1995 Απόφασή του. Έχει μηνιαίο εισόδημα που ανέρχεται περίπου στα 500 ευρώ το μήνα. Είναι διαζευγμένος με την πρώην σύζυγό του, συνοφειλέτρια επίδικων στεγαστικών δανείων, και έχει από τον πρώτο του γάμο δυο τέκνα, ένα ανήλικο μαθητή λυκείου και μια ανήλικη με νοητική υστέρηση που φοιτά σε ειδικό σχολείο και διαμένει μαζί του. Από τον δεύτερό του γάμο έχει ένα ανήλικο τέκνο 5 ετών. Η δεύτερη σύζυγός του εργάζεται ως ιδιωτική υπάλληλος με εισόδημα 450,00 ευρώ. Πέραν αυτών δεν έχουν άλλο εισόδημα.

Πριν το 2010 εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος (μηχανικός αυτοκινήτων) με μηνιαίο εισόδημα 1.200 ευρώ περίπου, είχε επίσης εισόδημα από συνεργείο αυτοκινήτων του πατέρα του, όπου εργαζόταν (ως δεύτερη εργασία) άτυπα με μηνιαίο εισόδημα 1.300,00 ευρώ περίπου, η δε πρώτη του σύζυγος είχε εισόδημα από άτυπες εργασίες 500 ευρώ περίπου το μήνα, επομένως ο αιτών είχε συνολικό οικογενειακό εισόδημα 3.000 ευρώ.

Είναι συνιδιοκτήτης κατά 50%, ο καθένας, με την πρώτη του σύζυγο, ενός διαμερίσματος του πέμπτου ορόφου, 71,00 τ.μ., μιας υπόγειας αποθήκης, 5,00 τ.μ, και μιας υπόγειας κλειστής θέσης στάθμευσης, 10,12 τ.μ., που βρίσκονται στο Πέραμα Αττικής, αντικειμενικής αξίας (του 50%) 26.834,45 ευρώ, που το χρησιμοποιεί η πρώτη του σύζυγος. Δεν διαθέτει άλλη περιουσία.

Σε χρόνο προγενέστερο (2006) δανείστηκε από την πιστώτρια και οφείλει το συνολικό ποσό των 161.356,46 ευρώ, το οποίο ποσό αφορά δυο συμβάσεις στεγαστικού δανείου (που είναι εμπραγμάτως εξασφαλισμένες), στις οποίες ενέχεται ως συνοφειλέτης με την πρώτη του σύζυγο, δυο συμβάσεις στεγαστικού δανείου, στις οποίες ενέχεται ως κύριος οφειλέτης, και δυο συμβάσεις καταναλωτικού δανείου, στις οποίες ενέχεται ως κύριος οφειλέτης.

Από το έτος 2010 περίπου και μετά, που απώλεσε την κύρια εργασία του, περιστατικά όπως ο θάνατος του πατέρα του, το διαζύγιό του με την πρώτη του σύζυγο, η σταδιακή μείωση των οικογενειακών εισοδημάτων του (από 3.000 ευρώ περίπου το μήνα, αρχικά σε 500 ευρώ περίπου (από το συνεργείο που άνοιξε το 2011) και στη συνέχεια με τη συνδρομή της εργασίας της δεύτερης συζύγου του, σε 1.000 ευρώ το μήνα περίπου), η οικονομική κρίση και δυσπραγία που επακολούθησε, η αύξηση του κόστους των ανελαστικών δαπανών για κάθε οικογένεια, καθώς και διάφορα άλλα προσωπικά και οικογενειακά προβλήματά του (όπως μίσθωμα κατοικίας 300 ευρώ, μίσθωμα καταστήματος 500 ευρώ, δαπάνες για την κόρη του που έχει νοητική υστέρηση), κατέστη ανέφικτη η αποπληρωμή των ανωτέρω οφειλών του. Η αδυναμία του αυτή είναι γενική, καθώς με τη σημερινή του οικονομική κατάσταση, κι αφού ληφθούν υπόψη  τα αυξημένα ποσά που απαιτούνται για την κάλυψη των σημαντικών βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογενείας του, αδυνατεί να καλύψει τις μηνιαίες δόσεις των επίδικων δανείων και λοιπών οικονομικών του υποχρεώσεων. Ο αιτών μπορούσε να καλύπτει τις δανειακές του υποχρεώσεις (ύψους 600 ευρώ περίπου). Δεν αποδειχθηκε δολιότητά του, γιατί ο αιτών κατά τον χρόνο σύναψης των δανείων δεν απέκρυψε από την πιστώτρια το τότε μηνιαίο εισόδημα και τα λοιπά περιουσιακά του στοιχεία, μπορούσε δε τότε να καλύπτει τις δανειακές του υποχρεώσεις. Ενώ ουδόλως πρέπει να αγνοηθεί και η επιθετική στρατηγική πώλησης τραπεζικών προϊόντων, που χαρακτήριζε τον σχετικό οικονομικό τομέα στη Χώρα μας πριν το 2010 και σε βάθος 20ετίας και της εκ του λόγου αυτού, συνυπαιτιότητάς τους. Περαιτέρω, δεν προέβη σε δωρεές προς τρίτους, ούτε εκποίησε περιουσιακά του στοιχεία, ούτε ανέλαβε εικονικά χρέη τρίτων. Ως εκ τούτου, διαθέτει τα στοιχεία του καλόπιστου οφειλέτη. Σημειώνεται ότι η ρύθμιση του χρέους κάθε δανειολήπτη από το Δικαστήριο, πρέπει να μην οδηγεί σε πλήρη διάθεση του συνόλου των εισοδημάτων του για την ικανοποίηση των δανειστών του από δάνεια, χωρίς να εξασφαλίζεται το στοιχειώδες επίπεδο διαβίωσης γι’ αυτόν και την οικογένειά του, γιατί αυτό θα παραβίαζε τη συνταγματικά κατοχυρωμένη προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Σύμφωνα μ’ αυτά, το ποσό που μπορεί να διαθέσει ο αιτών στην πιστώτριά του επί 4ετία, μπορεί να ανέλθει μηνιαίως, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ποσό των 150 ευρώ. Έτσι ο αιτών από το οφειλόμενο ποσό των 161.356,46 ευρώ θα έχει καταβάλει με τις μηνιαίες καταβολές το ποσό των 7.200 ευρώ. Από τα άνω χρέη πρέπει να αφαιρεθεί κάθε ποσό που έχει καταβάλλει στην καθ’ ης βάσει Προσωρινής Διαταγής του Δικαστηρίου τούτου. Περαιτέρω, ο αιτών θα πρέπει να ενταχθεί στη ρύθμιση του άρθρ. 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010 για μηνιαίες καταβολές προκειμένου να εξαιρεθεί από εκποίηση η κύρια κατοικία του. Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι λεπτομέρειες της ρύθμισης αυτής, θα κριθούν με βάση την οικονομική κατάσταση στην οποία θα βρίσκεται ο αιτών, κατά τον χρόνο επανεξέτασης της υπόθεσης, τέσσερα έτη από την παρούσα Απόφαση.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ