Νομική Προστασία κατά τραπεζών

ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΝΟΜΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΡΑΠΕΖΑ

ΥΠ’ ΑΡΙΘΜ. 2890/2019 ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΟΦΕΙΛΕΤΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΝΟΜΗΣ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΡΑΠΕΖΑ-ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΗΣ ΠΙΣΤΩΤΡΙΑΣ

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος, όπως αυτό της καταγγελίας της σύμβασης, απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, όμως μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις, όπως συμβαίνει όταν ο δανειστής δεν έχει στην πραγματικότητα συμφέρον από την άσκηση του δικαιώματός του.

Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ’ αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού η πιστωτική σχέση, ως σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των Τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες. Σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου της Τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της Τράπεζας συμπεριφορά, επιβάλλει σ’ αυτήν την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια. Κατά την έννοια αυτή η Τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους πιστωτικής σύμβασης και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού τους.


Ειδικότερα οι Τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί που ασκούν αποφασιστική επίδραση στην ανάπτυξη και στη λειτουργία των χρηματοδοτούμενων απ’ αυτές επιχειρήσεων, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των επιχειρήσεων που χρηματοδοτούν, αφού η πιστωτική σχέση, ως σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των Τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες. Σε περίπτωση δυσχέρειας του πιστούχου της Τράπεζας να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του από την πιστωτική σύμβαση λόγω πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του, που όμως υπερβαίνει τα όρια της αντοχής του, η καλόπιστη από την πλευρά της Τράπεζας συμπεριφορά, επιβάλλει σ’ αυτήν την υποχρέωση να ανεχθεί μια εύλογη καθυστέρηση στην εκπλήρωση της παροχής του οφειλέτη, ιδίως όταν η επιδίωξη της άμεσης εκπλήρωσης της παροχής πρόκειται να οδηγήσει σε πλήρη οικονομική καταστροφή του, χωρίς ουσιαστικό κέρδος για την ίδια. Κατά την έννοια αυτή η Τράπεζα θα πρέπει, σε περίπτωση πρόσκαιρης οικονομικής αδυναμίας του πελάτη της, να αποφύγει την εσπευσμένη καταγγελία της μεταξύ τους πιστωτικής σύμβασης και το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού τους.


Στην υπό κρίση περίπτωση, από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν και από την εν γένει διαδικασία αποδείχθηκαν τα εξής: Δυνάμει σύμβασης δανείου για την αγορά αυτοκινήτου με παρακράτηση κυριότητας και συστάσεως ενεχύρου, που συνήφθη το 2011 μεταξύ της ενάγουσας, της πωλήτριας εταιρείας και του εναγομένου, ως αγοραστή, χορηγήθηκε στον τελευταίο δάνειο ύψους 8.116 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στο πιστωμένο τίμημα αγοράς Ι.Χ. αυτοκινήτου, μάρκας FORD. Το ως άνω ποσό καταβλήθηκε από την ενάγουσα στην πωλήτρια εταιρεία για λογαριασμό του εναγομένου-αγοραστή και συμφωνήθηκε να εξοφληθεί απ’ αυτόν σε 84 αλλεπάλληλες, ισόποσες, μηνιαίες, τοκοχρεωλυτικές δόσεις, ποσού 131,93 ευρώ, καταβλητέας η κάθε δόση την 15η ημέρα κάθε μήνα. Το ανωτέρω αυτοκίνητο παραδόθηκε στον εναγόμενο κατά κατοχή και χρήση, ενώ παρακρατήθηκε η κυριότητα από την πωλήτρια υπέρ της ενάγουσας, μέχρι πλήρους αποδόσεως του δανείου στη δανείστρια, προς την οποία εκχωρήθηκαν και μεταβιβάστηκαν λόγω ενεχύρου από την πωλήτρια όλες οι αξιώσεις και τα δικαιώματα που απορρέουν από τη σύμβαση πώλησης. Σύμφωνα με όρο της επίδικης συμβάσεως: «Αν δεν εξοφληθούν (ολικά ή μερικά) δυο μηνιαίες δόσεις, η Τράπεζα δικαιούται να καταγγείλει τη σύμβαση δανείου με έγγραφη δήλωσή της προς τον αγοραστή…….Σε περίπτωση υπερημερίας του αγοραστή, η Τράπεζα έχει επίσης το δικαίωμα να προβαίνει σε λύση της σύμβασης πώλησης του οχήματος ασκώντας το σχετικό διαπλαστικό δικαίωμα υπαναχώρησης του πωλητή που της έχει εκχωρηθεί και να αναλαμβάνει την κατοχή του οχήματος από τον αγοραστή με κάθε νόμιμο μέσο…».


Ένεκα της αδυναμίας του εναγομένου να ανταποκριθεί στις δανειακές του υποχρεώσεις και προς διευκόλυνσή του χωρίς να επέρχεται ανανέωση της οφειλής, υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση αναγνώρισης-ρύθμισης οφειλών, δυνάμει της οποίας αναγνωρίσθηκε από τον εναγόμενο ότι το υπόλοιπο της οφειλής του ανήρχετο στις 24.12.2013 στο ποσό των 7.069,52 ευρώ και συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του σε 105 συνεχείς μηνιαίες τοκοχρεωλυτικές δόσεις ποσού εκάστης 103,25 ευρώ, καταβλητέες την 31η ημέρα εκάστου μήνα. Εντούτοις, στο μετέπειτα χρονικό διάστημα ο εναγόμενος δεν ανταποκρίθηκε στις δανειακές του υποχρεώσεις και τέθηκε σε εφαρμογή η Διαδικασία Επίλυσης Καθυστερήσεων της Τράπεζας (Δ.Ε.Κ.), σύμφωνα με τον Ν. 4224/2013. Ωστόσο, ο εναγόμενος πάλι δεν ανταποκρίθηκε στις γραπτές ειδοποιήσεις και επιστολές, που του απέστειλε, στο πλαίσιο εντάξεως του ως άνω δανείου στη Δ.Ε.Κ. της Τράπεζας, ενώ ήδη η εξόφληση του δανείου του εμφάνιζε στις 12.09.2017 187 ημέρες καθυστέρησης, με ληξιπρόθεσμο και απαιτητό το ποσό των 524,04 ευρώ πλέον των συμβατικών τόκων υπερημερίας από την επομένη καταβολής εκάστης δόσεως και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και λοιπών εξόδων. Εν συνεχεία, η ενάγουσα προέβη στην από 15.09.2017 εξώδικη καταγγελία, με την οποία αφενός κατήγγειλε την ως άνω σύμβαση αναγνώρισης οφειλής για αγορά οχήματος με παρακράτηση κυριότητας και συστάσεως ενεχύρου, υπαναχωρώντας απ’ αυτήν, αφετέρου δε κάλεσε τον εναγόμενο να της αποδώσει τη νομή του ανωτέρω οχήματος και να της καταβάλει την οφειλή του ύψους 5.700,55 ευρώ, το οποίο έκτοτε κατέστη ληξιπρόθεσμο και αμέσως απαιτητό στο σύνολό του. Η ενάγουσα ισχυρίσθηκε ότι ο εναγόμενος με την άρνησή του να της αποδώσει και παραδώσει το επίδικο όχημα, την έχει αποβάλει από την νομή.


Σημειωτέον ότι το όχημα ήταν πάντοτε και έως σήμερα ασφαλισμένο. Επίσης, διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση καθόσον ο εναγόμενος έκανε τα απαιτούμενα servis σε εξουσιοδοτημένο συνεργείο. Πέραν των ανωτέρω, η αδυναμία καταβολής των δόσεων και μόνον δεν αρκεί από μόνη της για να στοιχειοθετήσει την αντιποίηση και προσβολή της νομής του οχήματος από τον εναγόμενο. Άλλωστε, η ενάγουσα είχε λάβει το μεγαλύτερο μέρος του δανεισθέντος ποσού, καθώς προέκυψε από τα παραστατικά πληρωμών, ότι από τη συνομολόγηση του δανείου έως την ημερομηνία καταγγελίας από την ενάγουσα ο εναγόμενος της είχε καταβάλει ποσό 6.820,00 ευρώ. Επίσης, μετά την καταγγελία του ενδίκου δανείου έως και το μήνα Μάϊο 2018 προέβη σε καταβολές ύψους 973,25 ευρώ. Δηλαδή, ο εναγόμενος έχει καταβάλει στην ενάγουσα ποσό 7.793,25 ευρώ, ενώ έλαβε απ’ αυτήν δάνειο ύψους 8.116,00 ευρώ. Η σύμβαση και ο λογαριασμός που την εξυπηρετούσε δεν έκλεισε λογιστικώς μετά την καταγγελία αλλά η ενάγουσα εξακολούθησε να λαμβάνει κανονικά τις δόσεις σε μερική εξόφληση της συμβάσεως. Μάλιστα, το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε έως την καταγγελία της σύμβασης, υπερέβαινε την τρέχουσα εμπορική αξία του ως άνω αυτοκινήτου, δεδομένου ότι η αξία του οχήματος κατά τον χρόνο της αγοράς του ανερχόταν στο ποσό των 8.116 ευρώ, ενώ σήμερα δεν ξεπερνά τις 5.000 ευρώ.


Απ’ όλα τα παραπάνω συνάγεται ότι η ασκηθείσα υπαναχώρηση, ασκήθηκε από την ενάγουσα καταχρηστικά, ενώ από την πρόθεση του εναγομένου να αποπληρώσει την οφειλή του, συνάγεται ότι δεν υφίσταται βούληση για αντιποίηση της νομής της ενάγουσας, όπως αυτή ισχυρίσθηκε. Για τους λόγους αυτούς απορρίφθηκε η αγωγή της ενάγουσας πιστώτριας.

ΠΡΟΤΕΙΝΟΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ